Αύγουστος Κορτώ
Μια έξαλλη Οδύσσεια
Εκδόσεις Πατάκη
Αυτός ο Χαμαιλέων της Λογοτεχνίας έχει πολλούς τρόπους να σε γοητεύσει εξαιρετικά. Από τη μια με εξαιρετικά κοινωνικά δράματα, όπως «Ο Σταυραετός και Κούκος» και από την άλλη με τα αριστοφανικά του έργα, όπως αυτό εδώ, το «Μια έξαλλη Οδύσσεια».
Τα μυθιστορήματά του, δουλεμένα στη λεπτομέρεια, δεν σε κουράζουν ποτέ. Αυτή η Οδύσσεια των 269 σελίδων, πιάνει το αυθεντικό έπος του Ομήρου, και του αλλάζει τα φώτα.
Είναι μια ανατρεπτική και ξεκαρδιστική κωμωδία, με αριστοφανικό ύφος, όπου ο συγγραφέας αναλαμβάνει να γράψει το ομηρικό έργο, όχι όπως το αφηγήθηκε ο Όμηρος αλλά μέσα από τα μάτια του ίδιου του συγγραφέα.
Σαρκαστικό, σύγχρονο, αστείο, πνευματώσες, μπλέκει την κλασική μυθολογία με ατάκες και περιγραφές που προκαλούν γέλιο.
Και η αλήθεια είναι ότι, πριν αλλάξει τα φώτα στο έργο, ο συγγραφέας σέβεται τη δομή του. Όπως οι Ραψωδίες του Ομήρου, έτσι και το βιβλίο χωρίζεται σε αριθμημένα – με τον αρχαίο τρόπο – κεφάλαια, 19 τον αριθμό. Κάτι λιγότερο από τις Ραψωδίες, αλλά εξίσου ζουμερό.
Κεντρικός αφηγητής του μυθιστορήματος είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας, ο οποίος μας μεταφέρει ολοζώντανες τις περιπέτειές του, σαν να γνωρίζει ήδη τη σημερινή – και μελλοντική για εκείνον – εποχή. Και η αλήθεια είναι ότι έχει την ευκαιρία να ρίξει μια ματιά στο μέλλον.
Οι ήρωες του βιβλίου παραμένουν οι ίδιοι, η Ωραία Ελένη, η Ήρα, η Αθηνά, ο Ερμής, ο Τηλέμαχος, οι Κίκονες, οι Κύκλωπες στη Θάσο, ο Αίολος με τον ασκό του, οι Λαιστρυγόνες, οι Λωτοφάγοι, οι Σειρήνες, η Κίρκη, η Καλυψώ, η Ναυσικά, αλλά ειδωμένοι ακοκπλεξάριστα με σπιρτόζικο και παιχνιδιάρικο ύφος.
Όλα τα τέρατα της Μυθολογίας με τα οποία τα έβαλε ο Οδυσσέας προκειμένου να επιστρέψει στην Ιθάκη – αν και ο ίδιος, στο έργο, αυτοπροσδιορίζεται ως «χεσμεντές» – παρουσιάζονται τρισδιάστατα. Τι φοράνε, τι τρώνε, τι τραγουδάνε.
Ας πούμε, είπε ο Ερμής στον Οδυσσέα:
«Από ό,τι μου λένε στο λογιστήριο, έκανες τάμα – σωστά;».
Ή, όπως μας εξηγεί ο ήρωας-αφηγητής: «Τότε, κανείς δεν ήταν χορτοφάγος, γιατί αν θυσίαζες στους θεούς κεφτεδάκια σόγιας και λουκάνικα από τόφου, κατέβαινε επί τόπου ο Άρης και σε πλάκωνε στο ξύλο, και σε ανάγκαζε να φας ωμή συκωταριά μέχρι να αλλαξοπιστήσεις».
«Η Ωγυγία είναι ένα νησάκι ακριβώς απέναντι απ’ την Πάρο…» – «Και γιατί δεν το λένε Αντίπαρο;»
«Παλλάδα μου, ξέρεις πόσο σε αγαπάω – εικόνισμα σε έχω – αλλά υπάρχει κάποιος λόγος που ντύθηκες καπετάν Ανδρέας Ζέππος;»
Μιλώντας πάλι στον γιο του Τηλέμαχο, ο Οδυσσέας βλέπει ότι το ίντερνετ, που του αφηγείται, κεντρίζει το ενδιαφέρον του.
«Δηλαδή άγνωστοι πλακώνονται με αγνώστους;», «Σαν τα ελάφια που κουτουλιούνται με τα κέρατα – αλλά χωρίς ελαφίνα για τρόπαιο. Αν τους πεις: “Το αγαπημένο μου χρώμα είναι το πράσινο”, σου απαντά: “Η μάνα σου γαμιέται στην πλατεία Βάθης για μπαγιάτικα σιμίτια – μόνο τυρκουάζ”».
Είπαμε, μέσα στο αριστοφανικό στυλ, υπάρχουν αναφορές με βωμολοχίες, σεξουαλικά επεισόδια και τολμηρές φράσεις.
Όμως, πίσω από τη δηκτική αφήγηση, κρύβονται πολλά βαθύτερα μηνύματα για την τρέλα της σημερινής εποχής. Αυτές οι ανατρεπτικές περιγραφές φέρνουν το γέλιο. Θρησκεία, κοινωνία, χρήμα, σχέσεις, τίποτα δε μένει όρθιο.
Στο τέλος του ταξιδιού του Οδυσσέα υπάρχει μια συγκινητική, οικογενειακή επανασύνδεση και ένα ευτυχισμένο happy end, όλο γλύκα. Αν ζητάς κάτι ανάλαφρο για το καλοκαίρι, δώσε την ευκαιρία στον πολυμήχανο Οδυσσέα να σου αφηγηθεί την Οδύσσεια όπως για πρώτη φορά θα ακούσεις.

