Monica Gutiérrez
Λέσχη ανάγνωσης για χαμένες καρδιές
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως που διαβάζω. Το πρώτο ήταν «Το βιβλιοπωλείο των μικρών θαυμάτων».
Όπως και το προηγούμενο, έτσι και αυτό, είναι ευκολοδιάβαστο, εύπεπτο, χαριτωμένο, ό,τι πρέπει για να απολαύσω τις σελίδες του σε μία ξαπλώστρα δίπλα στο κύμα.
Η Αβρίλ είναι διαφημίστρια και κάνει ένα τεράστιο τεχνολογικό λάθος. Αφού εργάστηκε με μια ομάδα εκατό συνεργατών και δημιούργησε μια μοναδική διαφημιστική καμπάνια, κάνει την τεράστια γκάφα αντί να στείλει το file στον πελάτη, να τη στείλει στον μεγαλύτερο ανταγωνιστή και εχθρό της εταιρείας στην οποία εργάζεται.
Αυτόματα, από υπάλληλος γίνεται ανεπιθύμητη στην εταιρεία. Απολύεται και εκκρεμούν αγωγές και μηνύσεις σε βάρος της για τη ζημιά που προκάλεσε.
Η Αβρίλ θα ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί, έχει ξεφτιλιστεί από την γκάφα της και, επιπλέον, κινδυνεύει να μπει στη φυλακή. Άνεργη, συντετριμμένη, δεν μπορεί ούτε να ανασάνει.
Ευτυχώς, η γιαγιά της, η Μπάρμπαρα τής προσφέρει το σπίτι της, καταφύγιο των παιδικών χρόνων της εγγονής, στο χωριό Τρεβιγιές, στα Πυρηναία, κοντά στα γαλλικά σύνορα. Εκεί που μένουν μόνιμα μόνο 20 κάτοικοι. Το αντίτιμο που τής ζητάει είναι να ξαναδώσει ζωή στη λέσχη ανάγνωσης των περίεργων κατοίκων του Τρεβιγιές.
Φτάνοντας εκεί, η Αβρίλ προσπαθεί να ξεφύγει από τον ίδιο της τον εαυτό, με τη βοήθεια των βιβλίων και της συνεργασίας της με τους κατοίκους του χωριού. Έναν αστυνομικό, την δήμαρχο, την ιδιοκτήτρια του super-market, έναν φιλότιμο άντρα που ασκεί πολλαπλούς ρόλους, όπως φαρμακοποιού, νοσοκόμου, γραμματέα της κοινότητας.
Σε λίγες μέρες, καταφτάνει ουρανοκατέβατος για να φιλοξενηθεί στο σπίτι της γιαγιάς και ο Άλεξ Σολδεβίλα.
Είχε εκτίσει την ποινή του, πέντε μήνες στη φυλακή, αφού ομολόγησε την ενοχή του σε μία πολύκροτη υπόθεση ηλεκτρονικού σαμποτάζ.
Ο Άλεξ, που είναι πληροφορικάριος, έχει ως δικηγόρο τον Μιγέλ Μπράβο, πατέρα της Αβρίλ. Ο δικηγόρος εγκαθιστά, λοιπόν, τον νεαρό ο οποίος μόλις αποφυλακίστηκε και τον κρύβει σε αυτό το συνοριακό χωριό, μακριά από τα ΜΜΕ, ώσπου να δώσει άδεια ο εισαγγελέας και ο Άλεξ να φύγει στο εξωτερικό. Εκεί, ο πληροφορικάριος, θέλει να αρχίσει τη ζωή του από την αρχή. Έτσι, Αβρίλ και Άλεξ αναγκάζονται να συγκατοικήσουν στο σπίτι της γιαγιάς, του οποίου το ισόγειο έχει ήδη μετατραπεί σε δανειστική βιβλιοθήκη.
Το χωριό ακολουθεί κάποιες τελετουργίες, όπως το Απεριτίφ των μία, οι Πλέκτριες της Πέμπτης και η Λέσχη Ανάγνωσης της Παρασκευής.
Οι δύο ήρωες του βιβλίου, θα έρθουν πιο κοντά και θα δημιουργηθεί μια έλξη ανάμεσά τους, προσπαθώντας να βοηθήσουν αυτό το μικροσκοπικό χωριό.
Ταυτόχρονα, κάνουν μια αρχαιολογική ανακάλυψη, ότι ένας ρωμαϊκός δρόμος, που χρησιμοποιείτο για μεταφορά ισπανικού κρασιού, περνάει κάτω από τα θεμέλια του σπιτιού της γιαγιάς Μπάρμπαρα.
Η αγάπη της συγγραφέως για τα βιβλία ξετυλίγεται συνεχώς με αναφορές σε εκατοντάδες μυθιστορήματα, από τα οποία αλλά είναι γνωστά και μεταφρασμένα στην Ελλάδα και άλλα άγνωστα, και αμετάφραστα, δεν έχουν εκδοθεί.
Όπως αναφέρει και ένα από τα πολλά βιβλία που διαβάζουν στη λέσχη ανάγνωσης «Τους δεσμούς αγάπης δεν μπορείς να τους σπάσεις ούτε με 1000 ξίφη.»
Θα υπάρξει συνέχεια στην αμοιβαία έλξη των δύο ηρώων ή θα πρέπει να διακοπεί, αφού ο Άλεξ περιμένει την άδεια να φύγει για τη Νέα Ζηλανδία;
Ίσως ανακαλύψει πως είναι ικανός να αγαπάει τόσο δυνατά που μπορεί να κάνει μια μεγάλη υπέρβαση, ως ακτιβιστής και χάκερ.
Σύγχρονο, ευχάριστο, ρομαντικό βιβλίο, μια ιστορία για αυτούς που αγαπούν το διάβασμα και τα βιβλία.

